Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

του Θανάση Αλαμπάση

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 101 ν. 4172/2013 [Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.)] ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: 4. Στη βάση δεδομένων του Κ.Ε.Α.Ο. διαβιβάζεται αυτοματοποιημένα η πράξη βεβαίωσης οφειλής εντός μηνός από τη σύνταξη της και της αποδίδεται μοναδικός αριθμός. Μετά... το διαχωρισμό των οφειλών σε άμεσα εισπράξιμες και επισφαλείς: α) … , β)…, γ)…, δ) μετά τη διαβίβαση στο  Κ.Ε.Α.Ο. των ληξιπροθέσμων οφειλών κάθε είδους διοικητική ή δικαστική αμφισβήτηση που ασκείται ενώπιον των οικείων Ασφαλιστικών Οργανισμών ή Δικαστηρίων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με την  αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού δικαίου, ο Εθνικός νομοθέτης όσο και ο Εθνικός δικαστής των κρατών μελών της Ε.Ε. δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ούτε να παρερμηνεύουν τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, διότι τότε παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες από 1-1-1981, δυνάμει της από 28-5-1979 Σύμβασης προσχώρησης της Ελλάδος στην τότε Ε.Ο.Κ., η οποία κυρώθηκε με το Ν.945/1979 (Ολ. ΑΠ 23/1998).

Εξ άλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής Δ.Ε.Κ.), τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, όχι μόνο νομικώς αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς και πλήρως εναρμονισμένου προς τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου της Ένωσης, και τούτο μέσω θεσπίσεως νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (πρβ. απόφαση της 30.5.1991, Υποθ. C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας) Υποθ. 220/1994,(απόφ. της 15.6.1995).

Επομένως, στα εθνικά δικαστήρια, για τα οποια οι αποφάσεις του ΔΕΚ  είναι δεσμευτικές -υπό τη μορφή της αυθεντικής ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου – (πρωτόκολλο της 03.06.1971 κυρωθέν με το Ν. 1814/1988, ΑΠ 1738/2009 ΕλλΔνη 2011.750), τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, απόκειται η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των διατάξεων αυτών και της προστασίας των δικαιωμάτων που αυτές απονέμουν στους ιδιώτες, απόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται από τις αρχές του αμέσου αποτελέσματος και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου που προαναφέρθηκε (ΑΠ 631/2011).

Με παρόμοιο σκεπτικό και η ΣτΕ (α.μ. ολομ.) 136/2013: Σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ελλείψει σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να καθορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων, τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, οι δικονομικές δε αυτές λεπτομέρειες δεν επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης.

Εξάλλου, το ΔΕΚ, με πάγια νομολογία του, επιβάλει στα εθνικά δικαστήρια το σεβασμό της αρχής τόσο της ισοδυναμίας όσο και της αποτελεσματικότητας (ΔΕΚ, 16.12.1976, Rewe, 33/76, ελλην. Συλλ. 1976.747). Απαιτεί, δηλαδή, από τα εθνικά δικαστήρια, η προστασία των δικαιωμάτων του κοινοτικού δικαίου να μη καθίσταται λόγω ρυθμίσεων του εθνικού δικαίου αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής (αποτελεσματικότητα). Ως κοινό επιστέγασμα όλων εμφανίζεται το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ).

Θεμελιώδεις αρχές της νομολογίας του ΔΕΚ είναι, μεταξύ άλλων, η διασφάλιση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, όταν προσβάλλονται δικαιώματα, που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, η οποία  θεωρείται από το ΔΕΚ αυτονόητη υποχρέωση του κράτους μέλους (ΔΕΚ, 15.5.1986, Johnston, 222/84, Συλλ.1986.1651). Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα για μία δίκαιη δίκη. Η αρχή αυτή εμπνέεται από τα θεμελιώδη δικαιώματα, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το ΔΕΚ (ΔΕΚ, 2.5.2006, Eurofood, C-341/04, Συλλ. 2006.Ι-3813), συμπεριλαμβάνει δε όπως και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ - και το δικαίωμα για παροχή προσωρινής ένδικης προστασίας, προκειμένου να διαφυλαχθούν δικαιώματα που πηγάζουν από το κοινοτικό δίκαιο (βλ. παρακάτω, ΔΕΚ, 19.6.1990, Factortame, C-213/89, Συλλ. 1990.Ι-2433).
Εξάλλου, η εξασφάλιση του σεβασμού της αρχής της νομιμότητος καθιστά επιβεβλημένη την ύπαρξη μηχανισμού αποτελεσματικής έννομης προστασίας. Η τήρηση των κανόνων και επιταγών που συγκροτούν την εν λόγω αρχή και η κατάλληλη δικαστική επιβολή τους είναι απαραίτητα στοιχεία ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Τα ανωτέρω καθιστούν απαραίτητη την ανάγκη κατοχύρωσης του δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας παρά την έλλειψη ρητής αποτύπωσής του στο κείμενο των κοινοτικών συνθηκών.

Η νομολογία ωστόσο του ΔΕΚ έσπευσε να καλύψει το σχετικό κενό με σειρά αποφάσεων, μεταξύ των οποίων διακρίνονται για τη σημασία τους οι αποφάσεις Johnston και Unectef (ΔΕΚ 222/1984, 15/5/1986 και ΔΕΚ 222/1986, 15/10/1987 αντίστοιχα). Ειδικώς μάλιστα η τελευταία δικαστική απόφαση δικαίου με τη μορφή της γενικής αρχής του δικαίου, εκπορεύεται, κατά το Δικαστήριο, από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών – μελών καθώς και από τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ. Με την απόφασή του αυτή το ΔΕΚ δέχεται εκτός των άλλων ότι το δικαίωμα δικαστικής προστασίας αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού, το οποίο και συγκαθορίζει τη φυσιογνωμία του. Τούτο σημαίνει ότι η γενική αυτή αρχή συμπληρώνει τα κενά που καταλείπουν οι υπόλοιποι κανόνες του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, ενώ υπερισχύει των τυχόν αντίθετων διατάξεων του παράγωγου κοινοτικού και του εθνικού δικαίου.

Περαιτέρω, η νομολογία του ΔΕΚ έσπευσε να εξειδικεύσει τις συνέπειες του πιο πάνω κανόνα και με τις γνωστές αποφάσεις Factortame και Zuckerfabrik. Με την πρώτη από τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «αν το μόνο εμπόδιο που υφίσταται για να διατάξει (το εθνικό δικαστήριο) προσωρινά μέτρα είναι μία εθνική διάταξη, οφείλει να μην την εφαρμόσει». Με τη δεύτερη πάλι επιβεβαίωσε τη δυνατότητα χορήγησης αναστολής εκτελέσεως διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ’ επίκληση κοινοτικού κανονισμού αμφίβολης κατά τους προσφεύγοντες ισχύος. Και οι δύο περιπτώσεις έχουν ως κοινό παρονομαστή την επιταγή για ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ενώ η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι το εμπόδιο παροχής δικαστικής προστασίας προερχόταν στην πρώτη περίπτωση από την εθνική νομοθεσία, ενώ στην δεύτερη από το κοινοτικό δίκαιο.
Προς την ίδια κατεύθυνση έχει κινηθεί η νομολογία του Δ.Ε.Κ. και με την υπ’ αριθμ. C-213/1989 απόφασή του (the Queen et Secretary of state for transport, ex parte factortame et autres ή απλώς factortame) με την οποία αποφάνθηκε ότι τα δικαιώματα των ιδιωτών μπορούν και πρέπει να προστατεύονται και προσωρινά και μάλιστα έστω και αν δεν είναι επιτρεπτή κατά το εθνικό δίκαιο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

Η διάταξη συνεπώς της παραγράφου 4 του άρθρου 101 ν. 4172/2013  είναι φανερό ότι αναιρεί (και μάλιστα ευθέως) τη δυνατότητα αιτήσεως αναστολής και υπό την έννοια αυτή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Κατά συνέπεια είναι ανίσχυρη, γι’ αυτό και πρέπει να αγνοηθεί από τα εθνικά δικαστήρια κατά την εφαρμογή της.

Νομικά Ανάλατα http://nomika-analata.blogspot.com/2014/06/blog-post_16.html#ixzz34sSFo9oh

  • Blog Archive